こころまかせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πράττω κατά το δοκούν, ενεργώ όπως επιθυμώ
  2. 02 συμβαίνω όπως αναμένεται

Κλίση

Παρόν (απλό)
心に任せる
Παρόν (ευγενικό)
心に任せます
Άρνηση (απλή)
心に任せない
Άρνηση (ευγενική)
心に任せません
Παρελθόν (απλό)
心に任せた
Παρελθόν (ευγενικό)
心に任せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心に任せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心に任せませんでした
Τε-μορφή
心に任せて
Δυνητική
心に任せられる
Προστακτική
心に任せろ
Βουλητική
心に任せよう
Υποθετική (ば)
心に任せれば