こころける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρέφω τις σκέψεις μου σε, δίνω προσοχή σε, δίνω σημασία σε

Κλίση

Παρόν (απλό)
心を向ける
Παρόν (ευγενικό)
心を向けます
Άρνηση (απλή)
心を向けない
Άρνηση (ευγενική)
心を向けません
Παρελθόν (απλό)
心を向けた
Παρελθόν (ευγενικό)
心を向けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心を向けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心を向けませんでした
Τε-μορφή
心を向けて
Δυνητική
心を向けられる
Προστακτική
心を向けろ
Βουλητική
心を向けよう
Υποθετική (ば)
心を向ければ