心を癒す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταπραΰνω την ψυχή κάποιου, τονώνω το ηθικό κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 心を癒す
- Παρόν (ευγενικό)
- 心を癒します
- Άρνηση (απλή)
- 心を癒さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 心を癒しません
- Παρελθόν (απλό)
- 心を癒した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 心を癒しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 心を癒さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 心を癒しませんでした
- Τε-μορφή
- 心を癒して
- Δυνητική
- 心を癒せる
- Προστακτική
- 心を癒せ
- Βουλητική
- 心を癒そう
- Υποθετική (ば)
- 心を癒せば
- Υποθετική (たら)
- 心を癒したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 心を癒したい
- Απαγορευτική (~な)
- 心を癒すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 心を癒しなさい
- Παθητική
- 心を癒される
- Αιτιατική
- 心を癒させる