こころ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός διαβάζω τις σκέψεις (κάποιου), μαντεύω τι σκέφτεται (κάποιος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
心を読む
Παρόν (ευγενικό)
心を読みます
Άρνηση (απλή)
心を読まない
Άρνηση (ευγενική)
心を読みません
Παρελθόν (απλό)
心を読んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
心を読みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心を読まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心を読みませんでした
Τε-μορφή
心を読んで
Δυνητική
心を読める
Προστακτική
心を読め
Βουλητική
心を読もう
Υποθετική (ば)
心を読めば