こころ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιλαμβάνομαι, προσέχω, συνειδητοποιώ
  2. 02 ανακτώ τις αισθήσεις μου, συνέρχομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
心付く
Παρόν (ευγενικό)
心付きます
Άρνηση (απλή)
心付かない
Άρνηση (ευγενική)
心付きません
Παρελθόν (απλό)
心付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
心付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心付きませんでした
Τε-μορφή
心付いて
Δυνητική
心付ける
Προστακτική
心付け
Βουλητική
心付こう
Υποθετική (ば)
心付けば