こころがま

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ετοιμότητα, προετοιμασία, ψυχολογική στάση, πνευματική κατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
心構えする
Παρόν (ευγενικό)
心構えします
Άρνηση (απλή)
心構えしない
Άρνηση (ευγενική)
心構えしません
Παρελθόν (απλό)
心構えした
Παρελθόν (ευγενικό)
心構えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心構えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心構えしませんでした
Τε-μορφή
心構えして
Δυνητική
心構えできる
Προστακτική
心構えしろ
Βουλητική
心構えしよう
Υποθετική (ば)
心構えすれば