しんぞうえている

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι αναίσχυντος, έχω θράσος, έχω ατσάλινα νεύρα, έχω «τρίχες στην καρδιά μου» (είμαι ατρόμητος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
心臓に毛が生えている
Παρόν (ευγενικό)
心臓に毛が生えています
Άρνηση (απλή)
心臓に毛が生えていない
Άρνηση (ευγενική)
心臓に毛が生えていません
Παρελθόν (απλό)
心臓に毛が生えていた
Παρελθόν (ευγενικό)
心臓に毛が生えていました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心臓に毛が生えていなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心臓に毛が生えていませんでした
Τε-μορφή
心臓に毛が生えていて
Δυνητική
心臓に毛が生えていられる
Προστακτική
心臓に毛が生えていろ
Βουλητική
心臓に毛が生えていよう
Υποθετική (ば)
心臓に毛が生えていれば