しんぞうほっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έμφραγμα
  2. 02 παθαίνω έμφραγμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
心臓発作する
Παρόν (ευγενικό)
心臓発作します
Άρνηση (απλή)
心臓発作しない
Άρνηση (ευγενική)
心臓発作しません
Παρελθόν (απλό)
心臓発作した
Παρελθόν (ευγενικό)
心臓発作しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心臓発作しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心臓発作しませんでした
Τε-μορφή
心臓発作して
Δυνητική
心臓発作できる
Προστακτική
心臓発作しろ
Βουλητική
心臓発作しよう
Υποθετική (ば)
心臓発作すれば