心臓発作
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έμφραγμα
- 02 παθαίνω έμφραγμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 心臓発作する
- Παρόν (ευγενικό)
- 心臓発作します
- Άρνηση (απλή)
- 心臓発作しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 心臓発作しません
- Παρελθόν (απλό)
- 心臓発作した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 心臓発作しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 心臓発作しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 心臓発作しませんでした
- Τε-μορφή
- 心臓発作して
- Δυνητική
- 心臓発作できる
- Προστακτική
- 心臓発作しろ
- Βουλητική
- 心臓発作しよう
- Υποθετική (ば)
- 心臓発作すれば
- Υποθετική (たら)
- 心臓発作したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 心臓発作したい
- Απαγορευτική (~な)
- 心臓発作するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 心臓発作しなさい
- Παθητική
- 心臓発作される
- Αιτιατική
- 心臓発作させる