心こころ苦ぐるしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οδυνηρός, λυπημένος, μετανιωμένος

Παραδείγματα

  • 心苦こころぐるしいです。

    Είναι οδυνηρό.

  • 彼かれの状況じょうきょうを見みると、心苦こころぐるしいです。

    Είναι οδυνηρό να βλέπω την κατάστασή του.

  • 先日せんじつの私わたしの軽率けいそつな発言はつげんが彼かれを傷きずつけてしまったことを思おもうと、心苦こころぐるしい気持きもちでいっぱいです。

    Με γεμίζει τύψεις το να σκέφτομαι ότι τα επιπόλαια λόγια μου την άγγιξαν προχθές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
心苦しい
Παρόν (ευγενικό)
心苦しいです
Άρνηση (απλή)
心苦しくない
Άρνηση (ευγενική)
心苦しくないです
Παρελθόν (απλό)
心苦しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
心苦しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心苦しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心苦しくなかったです
Τε-μορφή
心苦しくて
Υποθετική (ば)
心苦しければ