しんけつそそ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός καταβάλλω κάθε προσπάθεια, αφιερώνομαι ολοκληρωτικά (σε κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
心血を注ぐ
Παρόν (ευγενικό)
心血を注ぎます
Άρνηση (απλή)
心血を注がない
Άρνηση (ευγενική)
心血を注ぎません
Παρελθόν (απλό)
心血を注いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
心血を注ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心血を注がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心血を注ぎませんでした
Τε-μορφή
心血を注いで
Δυνητική
心血を注げる
Προστακτική
心血を注げ
Βουλητική
心血を注ごう
Υποθετική (ば)
心血を注げば