心しん配ぱい

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανησυχία, αγωνία, φόβος, άγχος
  2. 02 παρωχημένο φροντίδα, βοήθεια, συνδρομή, αρωγή

Παραδείγματα

  • 心配しんぱいしないでください。

    Μην ανησυχείτε.

  • 明日あしたの天気てんきについて少すこし心配しんぱいしています。

    Ανησυχώ λίγο για τον αυριανό καιρό.

  • 子供こどもが一人ひとりで海外かいがいへ行いくことになり、親おやとしてはやはり心配しんぱいが尽つきません。

    Με το παιδί μου να φεύγει μόνο του στο εξωτερικό, σαν γονιός είναι λογικό να έχω πολλές ανησυχίες που δεν τελειώνουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
心配する
Παρόν (ευγενικό)
心配します
Άρνηση (απλή)
心配しない
Άρνηση (ευγενική)
心配しません
Παρελθόν (απλό)
心配した
Παρελθόν (ευγενικό)
心配しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心配しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心配しませんでした
Τε-μορφή
心配して
Δυνητική
心配できる
Προστακτική
心配しろ
Βουλητική
心配しよう
Υποθετική (ば)
心配すれば