心しん配ぱいをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ ανησυχία σε κάποιον

Παραδείγματα

  • 私わたしは母ははに心配しんぱいをかけたくないです。

    Δεν θέλω να ανησυχήσω τη μητέρα μου.

  • 具合ぐあいが悪わるくて、家族かぞくに心配しんぱいをかけてしまいました。

    Δεν ένιωθα καλά και τελικά ανησύχησα την οικογένειά μου.

  • 試験しけんに落第らくだいしてしまい、両親りょうしんに大変たいへんな心配しんぱいをかけてしまったことを反省はんせいしています。

    Μετανιώνω που απέτυχα στις εξετάσεις και προκάλεσα μεγάλη ανησυχία στους γονείς μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
心配をかける
Παρόν (ευγενικό)
心配をかけます
Άρνηση (απλή)
心配をかけない
Άρνηση (ευγενική)
心配をかけません
Παρελθόν (απλό)
心配をかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
心配をかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
心配をかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
心配をかけませんでした
Τε-μορφή
心配をかけて
Δυνητική
心配をかけられる
Προστακτική
心配をかけろ
Βουλητική
心配をかけよう
Υποθετική (ば)
心配をかければ