ひっする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό είμαι αναπόφευκτος, είμαι βέβαιος
  2. 02 αρχαϊκό αποφασίζω (να κάνω κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
必する
Παρόν (ευγενικό)
必します
Άρνηση (απλή)
必しない
Άρνηση (ευγενική)
必しません
Παρελθόν (απλό)
必した
Παρελθόν (ευγενικό)
必しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
必しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
必しませんでした
Τε-μορφή
必して
Δυνητική
必できる
Προστακτική
必しろ
Βουλητική
必しよう
Υποθετική (ば)
必すれば