必かならず

επίρρημα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάντα, ανεξαιρέτως, απαραιτήτως, σίγουρα, οπωσδήποτε, ασφαλώς, πάντοτε

Παραδείγματα

  • 必かならず行いきます。

    Θα πάω οπωσδήποτε.

  • 明日あしたは必かならず連絡れんらくします。

    Αύριο θα επικοινωνήσω σίγουρα.

  • 目標もくひょうを達成たっせいするために、必かならず努力どりょくし続つづけます。

    Για να πετύχω τον στόχο μου, θα συνεχίσω οπωσδήποτε να προσπαθώ.