ひっちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρέπει να φτάσει, επιβάλλεται η παραλαβή, υποχρεωτική παράδοση (π.χ. αίτησης)
  2. 02 υποχρεωτική χρήση, πρέπει να φοράει (π.χ. ζώνη ασφαλείας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
必着する
Παρόν (ευγενικό)
必着します
Άρνηση (απλή)
必着しない
Άρνηση (ευγενική)
必着しません
Παρελθόν (απλό)
必着した
Παρελθόν (ευγενικό)
必着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
必着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
必着しませんでした
Τε-μορφή
必着して
Δυνητική
必着できる
Προστακτική
必着しろ
Βουλητική
必着しよう
Υποθετική (ば)
必着すれば