必ひつ要ようない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιττός, αχρείαστος, δεν χρειάζεται

Παραδείγματα

  • これは必要ひつようないです。

    Αυτό δεν χρειάζεται.

  • 傘かさは必要ひつようないよ。晴はれているから。

    Δε χρειάζεται ομπρέλα, αφού έχει λιακάδα.

  • 彼かれの助言じょげんは私わたしにとっては必要ひつようないものだったが、彼かれは親切心しんせつしんで言ってくれたのだろう。

    Η συμβουλή του ήταν περιττή για μένα, αλλά υποθέτω ότι το είπε από καλοσύνη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
必要ない
Παρόν (ευγενικό)
必要ないです
Άρνηση (απλή)
必要なくない
Άρνηση (ευγενική)
必要なくないです
Παρελθόν (απλό)
必要なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
必要なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
必要なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
必要なくなかったです
Τε-μορφή
必要なくて
Υποθετική (ば)
必要なければ