しの

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρύβομαι, αυτοπεριορίζομαι
  2. 02 υπομένω, ανέχομαι, καρτερρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
忍ぶ
Παρόν (ευγενικό)
忍びます
Άρνηση (απλή)
忍ばない
Άρνηση (ευγενική)
忍びません
Παρελθόν (απλό)
忍んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
忍びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
忍ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
忍びませんでした
Τε-μορφή
忍んで
Δυνητική
忍べる
Προστακτική
忍べ
Βουλητική
忍ぼう
Υποθετική (ば)
忍べば