志す
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 στοχεύω, επιδιώκω, σκοπεύω, αποφασίζω
- 02 αρχαϊκό προσφέρω δώρο (ως δείγμα ευγνωμοσύνης, καλής θέλησης κ.λπ.)
- 03 αρχαϊκό τελώ μνημόσυνο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 志す
- Παρόν (ευγενικό)
- 志します
- Άρνηση (απλή)
- 志さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 志しません
- Παρελθόν (απλό)
- 志した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 志しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 志さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 志しませんでした
- Τε-μορφή
- 志して
- Δυνητική
- 志せる
- Προστακτική
- 志せ
- Βουλητική
- 志そう
- Υποθετική (ば)
- 志せば
- Υποθετική (たら)
- 志したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 志したい
- Απαγορευτική (~な)
- 志すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 志しなさい
- Παθητική
- 志される
- Αιτιατική
- 志させる