忙殺される
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 είμαι πολύ απασχολημένος, κατακλύζομαι (από εργασία), πνίγομαι (π.χ. από καθήκοντα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 忙殺される
- Παρόν (ευγενικό)
- 忙殺されます
- Άρνηση (απλή)
- 忙殺されない
- Άρνηση (ευγενική)
- 忙殺されません
- Παρελθόν (απλό)
- 忙殺された
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 忙殺されました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 忙殺されなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 忙殺されませんでした
- Τε-μορφή
- 忙殺されて
- Δυνητική
- 忙殺されられる
- Προστακτική
- 忙殺されろ
- Βουλητική
- 忙殺されよう
- Υποθετική (ば)
- 忙殺されれば
- Υποθετική (たら)
- 忙殺されたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 忙殺されたい
- Απαγορευτική (~な)
- 忙殺されるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 忙殺されなさい
- Παθητική
- 忙殺されられる
- Αιτιατική
- 忙殺されさせる