応対
ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξυπηρέτηση (ανθρώπων, πελατών, παραπόνων κ.λπ.), υποδοχή (καλούντων, επισκεπτών κ.λπ.), φροντίδα, χειρισμός, παροχή υπηρεσιών
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 応対する
- Παρόν (ευγενικό)
- 応対します
- Άρνηση (απλή)
- 応対しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 応対しません
- Παρελθόν (απλό)
- 応対した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 応対しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 応対しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 応対しませんでした
- Τε-μορφή
- 応対して
- Δυνητική
- 応対できる
- Προστακτική
- 応対しろ
- Βουλητική
- 応対しよう
- Υποθετική (ば)
- 応対すれば
- Υποθετική (たら)
- 応対したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 応対したい
- Απαγορευτική (~な)
- 応対するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 応対しなさい
- Παθητική
- 応対される
- Αιτιατική
- 応対させる