おうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταποδίδω πυρά, ανταπάντηση πυρών

Κλίση

Παρόν (απλό)
応射する
Παρόν (ευγενικό)
応射します
Άρνηση (απλή)
応射しない
Άρνηση (ευγενική)
応射しません
Παρελθόν (απλό)
応射した
Παρελθόν (ευγενικό)
応射しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
応射しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
応射しませんでした
Τε-μορφή
応射して
Δυνητική
応射できる
Προστακτική
応射しろ
Βουλητική
応射しよう
Υποθετική (ば)
応射すれば