おうせつ

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποδοχή (π.χ. επισκεπτών), εξυπηρέτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
応接する
Παρόν (ευγενικό)
応接します
Άρνηση (απλή)
応接しない
Άρνηση (ευγενική)
応接しません
Παρελθόν (απλό)
応接した
Παρελθόν (ευγενικό)
応接しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
応接しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
応接しませんでした
Τε-μορφή
応接して
Δυνητική
応接できる
Προστακτική
応接しろ
Βουλητική
応接しよう
Υποθετική (ば)
応接すれば