おうえん

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βοήθεια, συνδρομή, υποστήριξη, στήριξη, ενίσχυση
  2. 02 επευφημίες, ενθάρρυνση, υποστήριξη, στήριξη

Παραδείγματα

  • 応援おうえんします

    Θα σε υποστηρίξω.

  • みんなでチームを応援おうえんしにきましょう。

    Ας πάμε όλοι μαζί να υποστηρίξουμε την ομάδα.

  • ゆめかって頑張がんばっている人達ひとたち活動かつどうを、微力びりょくながらも精一杯せいいっぱい応援おうえんしていきたいとおもいます。

    Θα ήθελα να υποστηρίξω όσο το δυνατόν περισσότερο, έστω και με τις δικές μου περιορισμένες δυνάμεις, τις προσπάθειες όσων δουλεύουν σκληρά για τα όνειρά τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
応援する
Παρόν (ευγενικό)
応援します
Άρνηση (απλή)
応援しない
Άρνηση (ευγενική)
応援しません
Παρελθόν (απλό)
応援した
Παρελθόν (ευγενικό)
応援しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
応援しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
応援しませんでした
Τε-μορφή
応援して
Δυνητική
応援できる
Προστακτική
応援しろ
Βουλητική
応援しよう
Υποθετική (ば)
応援すれば