おう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταγωγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
応訴する
Παρόν (ευγενικό)
応訴します
Άρνηση (απλή)
応訴しない
Άρνηση (ευγενική)
応訴しません
Παρελθόν (απλό)
応訴した
Παρελθόν (ευγενικό)
応訴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
応訴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
応訴しませんでした
Τε-μορφή
応訴して
Δυνητική
応訴できる
Προστακτική
応訴しろ
Βουλητική
応訴しよう
Υποθετική (ば)
応訴すれば