かたじけな

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ευγνώμων, υπόχρεος

Κλίση

Παρόν (απλό)
忝い
Παρόν (ευγενικό)
忝いです
Άρνηση (απλή)
忝くない
Άρνηση (ευγενική)
忝くないです
Παρελθόν (απλό)
忝かった
Παρελθόν (ευγενικό)
忝かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
忝くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
忝くなかったです
Τε-μορφή
忝くて
Υποθετική (ば)
忝ければ