忠実忠実しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εργατικός, επιμελής, ευσυνείδητος, ειλικρινής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 忠実忠実しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 忠実忠実しいです
- Άρνηση (απλή)
- 忠実忠実しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 忠実忠実しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 忠実忠実しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 忠実忠実しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 忠実忠実しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 忠実忠実しくなかったです
- Τε-μορφή
- 忠実忠実しくて
- Υποθετική (ば)
- 忠実忠実しければ
- Υποθετική (たら)
- 忠実忠実しかったら