かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθαρό χτύπημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
快打する
Παρόν (ευγενικό)
快打します
Άρνηση (απλή)
快打しない
Άρνηση (ευγενική)
快打しません
Παρελθόν (απλό)
快打した
Παρελθόν (ευγενικό)
快打しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
快打しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
快打しませんでした
Τε-μορφή
快打して
Δυνητική
快打できる
Προστακτική
快打しろ
Βουλητική
快打しよう
Υποθετική (ば)
快打すれば