かいしんげき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορμητική προέλαση (κατά την επίθεση στον εχθρό), σαρωτική προέλαση, σερί νικών, νικηφόρο σερί
  2. 02 σειρά μεγάλων επιτυχιών, αδιάκοπη πορεία επιτυχιών (στις επιχειρήσεις, στη διασκέδαση κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
快進撃する
Παρόν (ευγενικό)
快進撃します
Άρνηση (απλή)
快進撃しない
Άρνηση (ευγενική)
快進撃しません
Παρελθόν (απλό)
快進撃した
Παρελθόν (ευγενικό)
快進撃しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
快進撃しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
快進撃しませんでした
Τε-μορφή
快進撃して
Δυνητική
快進撃できる
Προστακτική
快進撃しろ
Βουλητική
快進撃しよう
Υποθετική (ば)
快進撃すれば