念ずる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εύχομαι, παρακαλώ, ελπίζω
- 02 προσεύχομαι σιωπηλά, απαγγέλλω νοερά (όνομα του Βούδα, σούτρες κ.λπ.), ψέλνω (μια σιωπηλή προσευχή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 念ずる
- Παρόν (ευγενικό)
- 念ずます
- Άρνηση (απλή)
- 念ずない
- Άρνηση (ευγενική)
- 念ずません
- Παρελθόν (απλό)
- 念ずた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 念ずました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 念ずなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 念ずませんでした
- Τε-μορφή
- 念ずて
- Δυνητική
- 念ずられる
- Προστακτική
- 念ずろ
- Βουλητική
- 念ずよう
- Υποθετική (ば)
- 念ずれば
- Υποθετική (たら)
- 念ずたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 念ずたい
- Απαγορευτική (~な)
- 念ずるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 念ずなさい
- Παθητική
- 念ずられる
- Αιτιατική
- 念ずさせる