ねんれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δίνω μεγάλη προσοχή, επιμελούμαι, προσέχω

Κλίση

Παρόν (απλό)
念を入れる
Παρόν (ευγενικό)
念を入れます
Άρνηση (απλή)
念を入れない
Άρνηση (ευγενική)
念を入れません
Παρελθόν (απλό)
念を入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
念を入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
念を入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
念を入れませんでした
Τε-μορφή
念を入れて
Δυνητική
念を入れられる
Προστακτική
念を入れろ
Βουλητική
念を入れよう
Υποθετική (ば)
念を入れれば