Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
念人
ねんにん
念
念
ねん
人
にん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αρχαϊκό
βοηθός σε αγώνισμα (π.χ. κοκορομαχία, τοξοβολία, ποιητικός διαγωνισμός)
02
αρχαϊκό
μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας σε ομοφυλοφιλική σχέση