ねん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπενθύμιση, επιβεβαίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
念押しする
Παρόν (ευγενικό)
念押しします
Άρνηση (απλή)
念押ししない
Άρνηση (ευγενική)
念押ししません
Παρελθόν (απλό)
念押しした
Παρελθόν (ευγενικό)
念押ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
念押ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
念押ししませんでした
Τε-μορφή
念押しして
Δυνητική
念押しできる
Προστακτική
念押ししろ
Βουλητική
念押ししよう
Υποθετική (ば)
念押しすれば