ねんがんじょうじゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκπλήρωση μιας διακαούς επιθυμίας, η εισακούσπιση μιας θερμής προσευχής

Κλίση

Παρόν (απλό)
念願成就する
Παρόν (ευγενικό)
念願成就します
Άρνηση (απλή)
念願成就しない
Άρνηση (ευγενική)
念願成就しません
Παρελθόν (απλό)
念願成就した
Παρελθόν (ευγενικό)
念願成就しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
念願成就しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
念願成就しませんでした
Τε-μορφή
念願成就して
Δυνητική
念願成就できる
Προστακτική
念願成就しろ
Βουλητική
念願成就しよう
Υποθετική (ば)
念願成就すれば