怒ど号ごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οργισμένη κραυγή, βρυχηθμός

Παραδείγματα

  • 怒号どごうが聞きこえた。

    Ακούστηκε μια οργισμένη κραυγή.

  • 観客かんきゃくからの怒号どごうが会場かいじょうに響ひびき渡わたった。

    Ο βρυχηθμός από το κοινό αντήχησε στην αίθουσα.

  • 指揮官しきかんの怒号どごうが飛とび交かう中なか、兵士へいしたちは混乱こんらんしながらも命令めいれいに従したがおうと努つとめた。

    Εν μέσω των οργισμένων κραυγών του διοικητή, οι στρατιώτες, αν και μπερδεμένοι, προσπάθησαν να υπακούσουν στις εντολές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
怒号する
Παρόν (ευγενικό)
怒号します
Άρνηση (απλή)
怒号しない
Άρνηση (ευγενική)
怒号しません
Παρελθόν (απλό)
怒号した
Παρελθόν (ευγενικό)
怒号しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
怒号しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
怒号しませんでした
Τε-μορφή
怒号して
Δυνητική
怒号できる
Προστακτική
怒号しろ
Βουλητική
怒号しよう
Υποθετική (ば)
怒号すれば