はつてん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι έξαλλος, εξοργίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
怒髪天を衝く
Παρόν (ευγενικό)
怒髪天を衝きます
Άρνηση (απλή)
怒髪天を衝かない
Άρνηση (ευγενική)
怒髪天を衝きません
Παρελθόν (απλό)
怒髪天を衝いた
Παρελθόν (ευγενικό)
怒髪天を衝きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
怒髪天を衝かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
怒髪天を衝きませんでした
Τε-μορφή
怒髪天を衝いて
Δυνητική
怒髪天を衝ける
Προστακτική
怒髪天を衝け
Βουλητική
怒髪天を衝こう
Υποθετική (ば)
怒髪天を衝けば