じる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φοβάμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
怖じる
Παρόν (ευγενικό)
怖じます
Άρνηση (απλή)
怖じない
Άρνηση (ευγενική)
怖じません
Παρελθόν (απλό)
怖じた
Παρελθόν (ευγενικό)
怖じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
怖じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
怖じませんでした
Τε-μορφή
怖じて
Δυνητική
怖じられる
Προστακτική
怖じろ
Βουλητική
怖じよう
Υποθετική (ば)
怖じれば