思い余る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δεν ξέρω πώς να δράσω ή τι να κάνω, βρίσκομαι σε αδιέξοδο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 思い余る
- Παρόν (ευγενικό)
- 思い余ります
- Άρνηση (απλή)
- 思い余らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 思い余りません
- Παρελθόν (απλό)
- 思い余った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 思い余りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 思い余らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 思い余りませんでした
- Τε-μορφή
- 思い余って
- Δυνητική
- 思い余れる
- Προστακτική
- 思い余れ
- Βουλητική
- 思い余ろう
- Υποθετική (ば)
- 思い余れば
- Υποθετική (たら)
- 思い余ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 思い余りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 思い余るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 思い余りなさい
- Παθητική
- 思い余られる
- Αιτιατική
- 思い余らせる