おもらせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτρέπω, μεταπείθω, κάνω κάποιον να εγκαταλείψει την ιδέα του

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い切らせる
Παρόν (ευγενικό)
思い切らせます
Άρνηση (απλή)
思い切らせない
Άρνηση (ευγενική)
思い切らせません
Παρελθόν (απλό)
思い切らせた
Παρελθόν (ευγενικό)
思い切らせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い切らせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い切らせませんでした
Τε-μορφή
思い切らせて
Δυνητική
思い切らせられる
Προστακτική
思い切らせろ
Βουλητική
思い切らせよう
Υποθετική (ば)
思い切らせれば