思おもい切きる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκαταλείπω, παραιτούμαι (από κάθε σκέψη), απελπίζομαι
  2. 02 αποφασίζω, παίρνω μια απόφαση

Παραδείγματα

  • 思おもい切きって、やってみよう。

    Ας το τολμήσουμε.

  • ずっと悩なやんでいたが、思おもい切きって彼女かのじょに告白こくはくした。

    Το σκεφτόμουν πολύ καιρό, αλλά τελικά το τόλμησα και της εξομολογήθηκα.

  • 長年ながねん抱かかえていた不安ふあんを思おもい切きって手放てばなし、新あたらしい一歩いっぽを踏ふみ出だすことにした。

    Αποφάσισα να αφήσω πίσω μου επιτέλους την αγωνία που κουβαλούσα χρόνια και να κάνω ένα νέο ξεκίνημα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い切る
Παρόν (ευγενικό)
思い切ります
Άρνηση (απλή)
思い切らない
Άρνηση (ευγενική)
思い切りません
Παρελθόν (απλό)
思い切った
Παρελθόν (ευγενικό)
思い切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い切りませんでした
Τε-μορφή
思い切って
Δυνητική
思い切れる
Προστακτική
思い切れ
Βουλητική
思い切ろう
Υποθετική (ば)
思い切れば