おもまわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στοχάζομαι, αναπολώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い回す
Παρόν (ευγενικό)
思い回します
Άρνηση (απλή)
思い回さない
Άρνηση (ευγενική)
思い回しません
Παρελθόν (απλό)
思い回した
Παρελθόν (ευγενικό)
思い回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い回さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い回しませんでした
Τε-μορφή
思い回して
Δυνητική
思い回せる
Προστακτική
思い回せ
Βουλητική
思い回そう
Υποθετική (ば)
思い回せば