おも

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο εγκαταλείπω, παραιτούμαι από μια ιδέα ή επιθυμία

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い断つ
Παρόν (ευγενικό)
思い断ちます
Άρνηση (απλή)
思い断たない
Άρνηση (ευγενική)
思い断ちません
Παρελθόν (απλό)
思い断った
Παρελθόν (ευγενικό)
思い断ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い断たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い断ちませんでした
Τε-μορφή
思い断って
Δυνητική
思い断てる
Προστακτική
思い断て
Βουλητική
思い断とう
Υποθετική (ば)
思い断てば