おものこ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετανιώνω, έχω τύψεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い残す
Παρόν (ευγενικό)
思い残します
Άρνηση (απλή)
思い残さない
Άρνηση (ευγενική)
思い残しません
Παρελθόν (απλό)
思い残した
Παρελθόν (ευγενικό)
思い残しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い残さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い残しませんでした
Τε-μορφή
思い残して
Δυνητική
思い残せる
Προστακτική
思い残せ
Βουλητική
思い残そう
Υποθετική (ば)
思い残せば