思おもい知しらす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω κάποιον να συνειδητοποιήσει (π.χ. το λάθος του), δίνω να καταλάβει κάποιος (κάτι), βάζω κάποιον στη θέση του

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれに自分じぶんの過あやまちを思い知おもいしらせました。

    Τον έβαλα να συνειδητοποιήσει το λάθος του.

  • 失敗しっぱいを通とおして、努力どりょくの大切たいせつさを思い知おもいしらされた。

    Μέσα από την αποτυχία, με έκαναν να καταλάβω τη σημασία της προσπάθειας.

  • 今回こんかいの件けんで、彼かれに社会しゃかいの厳きびしさを嫌いやというほど思い知おもいしらせてやるつもりだ。

    Με αυτή την υπόθεση, σκοπεύω να τον κάνω να καταλάβει πόσο σκληρή είναι η κοινωνία, μέχρι να βαρεθεί.

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い知らす
Παρόν (ευγενικό)
思い知らします
Άρνηση (απλή)
思い知らさない
Άρνηση (ευγενική)
思い知らしません
Παρελθόν (απλό)
思い知らした
Παρελθόν (ευγενικό)
思い知らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い知らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い知らしませんでした
Τε-μορφή
思い知らして
Δυνητική
思い知らせる
Προστακτική
思い知らせ
Βουλητική
思い知らそう
Υποθετική (ば)
思い知らせば