おもらせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω κάποιον να συνειδητοποιήσει (π.χ. το λάθος του), φέρνω κάποιον αντιμέτωπο με την πραγματικότητα, βάζω μυαλό σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い知らせる
Παρόν (ευγενικό)
思い知らせます
Άρνηση (απλή)
思い知らせない
Άρνηση (ευγενική)
思い知らせません
Παρελθόν (απλό)
思い知らせた
Παρελθόν (ευγενικό)
思い知らせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い知らせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い知らせませんでした
Τε-μορφή
思い知らせて
Δυνητική
思い知らせられる
Προστακτική
思い知らせろ
Βουλητική
思い知らせよう
Υποθετική (ば)
思い知らせれば