思おもい込こみ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εσφαλμένη εντύπωση, υποκειμενική αντίληψη, παραδοχή, προκατάληψη

Παραδείγματα

  • 私わたしの思おもい込こみでした。

    Ήταν δική μου λανθασμένη εντύπωση.

  • 彼かれは自分じぶんの思おもい込こみが強つよい人ひとです。

    Είναι ένας άνθρωπος με ισχυρές προκαταλήψεις.

  • 彼かれの言動げんどうは、彼かれが抱かかえる根強ねづよい思おもい込こみに基もとづいていることが多おおい。

    Οι πράξεις και τα λόγια του συχνά βασίζονται σε βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις που έχει.