思おもい込こむ

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πείθομαι (ότι), έχω την εντύπωση (ότι), είμαι σίγουρος (ότι), υποθέτω (ότι)
  2. 02 αποφασίζω, παίρνω απόφαση, είμαι αποφασισμένος (να κάνω κάτι)
  3. 03 έχω εμμονή (με μια σκέψη, ιδέα κ.λπ.), σκέφτομαι εμμονικά

Παραδείγματα

  • 彼かれは自分じぶんが正ただしいと思い込おもいこんでいる。

    Νομίζει πως έχει δίκιο.

  • 私わたしは彼かれが来くると思い込おもいこんでいたが、実際じっさいは来こなかった。

    Νόμιζα ότι θα ερχόταν, αλλά τελικά δεν ήρθε.

  • 一度いちど間違まちがった情報じょうほうを思い込おもいこんでしまうと、それを訂正ていせいするのは非常ひじょうに難むずかしい。

    Μόλις κάποιος πειστεί για κάτι λάθος, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει γνώμη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い込む
Παρόν (ευγενικό)
思い込みます
Άρνηση (απλή)
思い込まない
Άρνηση (ευγενική)
思い込みません
Παρελθόν (απλό)
思い込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
思い込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い込みませんでした
Τε-μορφή
思い込んで
Δυνητική
思い込める
Προστακτική
思い込め
Βουλητική
思い込もう
Υποθετική (ば)
思い込めば