思おもい返かえす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξανασκέφτομαι, αναπολώ, θυμάμαι, αλλάζω γνώμη

Παραδείγματα

  • 昔むかしを思い返おもいかえす。

    Αναπολώ το παρελθόν.

  • 彼かれの言葉ことばを思い返おもいかえすと、彼かれの優やさしさが身みにしみました。

    Όταν ξανασκέφτομαι τα λόγια του, η καλοσύνη του με συγκινεί βαθιά.

  • 一度いちどは決きめたことですが、もう一度いちど状況じょうきょうを思い返おもいかえして、別べつの選択肢せんたくしも考かんがえるべきだと思おもいます。

    Αν και το είχα αποφασίσει ήδη, νομίζω ότι πρέπει να ξανασκεφτώ την κατάσταση και να εξετάσω και άλλες επιλογές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
思い返す
Παρόν (ευγενικό)
思い返します
Άρνηση (απλή)
思い返さない
Άρνηση (ευγενική)
思い返しません
Παρελθόν (απλό)
思い返した
Παρελθόν (ευγενικό)
思い返しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思い返さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思い返しませんでした
Τε-μορφή
思い返して
Δυνητική
思い返せる
Προστακτική
思い返せ
Βουλητική
思い返そう
Υποθετική (ば)
思い返せば