おもつぼにはまる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός εξελίσσομαι ακριβώς όπως επιθυμεί κάποιος, ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες κάποιου, πέφτω στην παγίδα κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
思う壺にはまる
Παρόν (ευγενικό)
思う壺にはまります
Άρνηση (απλή)
思う壺にはまらない
Άρνηση (ευγενική)
思う壺にはまりません
Παρελθόν (απλό)
思う壺にはまった
Παρελθόν (ευγενικό)
思う壺にはまりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
思う壺にはまらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
思う壺にはまりませんでした
Τε-μορφή
思う壺にはまって
Δυνητική
思う壺にはまれる
Προστακτική
思う壺にはまれ
Βουλητική
思う壺にはまろう
Υποθετική (ば)
思う壺にはまれば