怠い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα νωθρός, πλαδαρός, άτονος, βαρύς (για καρδιά, πόδια, κ.λπ.), θαμπός
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αργκό ενοχλητικός, κουραστικός, σπαστικό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 怠い
- Παρόν (ευγενικό)
- 怠いです
- Άρνηση (απλή)
- 怠くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 怠くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 怠かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 怠かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 怠くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 怠くなかったです
- Τε-μορφή
- 怠くて
- Υποθετική (ば)
- 怠ければ
- Υποθετική (たら)
- 怠かったら