怠ける
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 τεμπελιάζω, οκνεύω
- 02 αμελώ (π.χ. την εργασία μου), παραμελώ, αποφεύγω (π.χ. το σχολείο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 怠ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 怠けます
- Άρνηση (απλή)
- 怠けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 怠けません
- Παρελθόν (απλό)
- 怠けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 怠けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 怠けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 怠けませんでした
- Τε-μορφή
- 怠けて
- Δυνητική
- 怠けられる
- Προστακτική
- 怠けろ
- Βουλητική
- 怠けよう
- Υποθετική (ば)
- 怠ければ
- Υποθετική (たら)
- 怠けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 怠けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 怠けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 怠けなさい
- Παθητική
- 怠けられる
- Αιτιατική
- 怠けさせる